διακλίνω

δια-κλίνω [ῑ]
A turn away, retreat from,

τῆς ἀγορᾶς Plb.11.9.8

;

ἀπό τινος Id.6.41.11

.
2 c. acc., evade, shun, Id.35.4.6;

φίλημα Plu. Alex.54

.
3 bend,

πῆχυν Philostr.Im.2.18

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακλίνω — (AM) μσν. κάνω κάποιον να διατεθεί ευνοϊκά απέναντι μου αρχ. 1. αποχωρώ, απομακρύνομαι 2. αποφεύγω …   Dictionary of Greek

  • διακεκλικότας — διακλίνω turn away perf part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλῖναι — διακλίνω turn away aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλίνει — διακλί̱νει , διακλίνω turn away aor subj act 3rd sg (epic) διακλί̱νει , διακλίνω turn away pres ind mp 2nd sg διακλί̱νει , διακλίνω turn away pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλίνοντα — διακλί̱νοντα , διακλίνω turn away pres part act neut nom/voc/acc pl διακλί̱νοντα , διακλίνω turn away pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέκλινε — διέκλῑνε , διακλίνω turn away aor ind act 3rd sg διέκλῑνε , διακλίνω turn away imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέκλινον — διέκλῑνον , διακλίνω turn away imperf ind act 3rd pl διέκλῑνον , διακλίνω turn away imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκλισις — διάκλισις, η (Α) [διακλίνω] η υποχώρηση …   Dictionary of Greek

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

  • διακλίναντες — διακλί̱ναντες , διακλίνω turn away aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλίνας — διακλί̱νᾱς , διακλίνω turn away aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.